Τρίτη, 18 Αυγούστου 2015

ΚΑΤΟΧΙΚΟ ΔΑΝΕΙΟ - απο το βιβλίο : "ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ ΦΥΛΑΚΗ"

Στις 12 Ιουνίου 2012 ο Χρήστος Παππάς παρουσιάζει σε συνέντευξη Τύπου στην Βουλή, συγκεκριμένα και αναλυτικά τις απαιτήσεις της Ελλάδας για την άμεση καταβολή του κατοχικού δανείου. Πρώτη η Χρυσή Αυγή έθεσε τεκμηριωμένα το ζήτημα στο Εθνικό Κοινοβούλιο. Η σημερινή Ελλάδα ζει το μεγάλο οικονομικό της δράμα, που έχει άμεσες επιπτώσεις στην καθημερινότητα των Ελλήνων και των Ελληνίδων. Και όμως. Όταν ανατράπηκε το στρατιωτικό καθεστώς της 21ης Απριλίου, το δημόσιο ταμείο είχε πλεόνασμα, η ανεργία ήταν είδος άγνωστο και στην Ελλάδα είχε αρχίσει η άντληση πετρελαίου, ενώ ο τουρισμός έφερνε συνάλλαγμα σαν επιβράβευση μιας ήρεμης πολιτείας. Αλλά από τη μεταπολίτευση και εντεύθεν άλλαξε η οικονομική πολιτική, συρρικνώθηκαν οι δείκτες και ακολούθησε μια πολιτική καταχρέωσης της χώρας που διογκώθηκε αφότου το 1981 ανήλθε στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Με τη συστηματική κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος, με τις συνεχείς κλοπές και μίζες φτάσαμε να έχουμε ένα δημόσιο χρέος στα 350 δις ευρώ. Και με τους ανεκδιήγητους και δόλιους χειρισμούς των πολιτικών και των δύο μεγάλων κομμάτων οδηγηθήκαμε αυτομάτως στην εθνική χρεοκοπία. Αυτή είναι η πραγματικότητα όπως την γνωρίζει και ο τελευταίος Έλληνας πολίτης, όπως την ζει στο πετσί του ο ίδιος και τα παιδιά του. Σήμερα λοιπόν η καταχρεωμένη Ελλάδα βρίσκεται υπό καθεστώς κατοχής με την τρόικα να περιδιαβάζει ανενόχλητη και να πειραματίζεται πάνω στις αντοχές του Έλληνα εργαζόμενου, που τον κατέστησε άνεργο και πεινασμένο, και η κυρία Μέρκελ να νομίζει πως η χώρα μας αποτελεί αποικία της, στην οποία απέστειλε ως σκιώδη πρωθυπουργό τον θρασύ κ. Ράιχενμπαχ. Με μία μικρή διαφορά. Ότι η σημερινή Γερμανία, που εμφανίζεται ως πιστώτριά μας, είναι εκείνη που αδιαμφισβήτητα μας οφείλει ένα χρέος που έρχεται από τα χρόνια της Κατοχής και είναι μιάμιση φορά μεγαλύτερο από το συνολικό εξωτερικό μας χρέος! Περί αυτού πρόκειται. Σύμφωνα με έναν Έλληνα ιστορικό, που τυχαίνει να έχει αφιερώσει τη ζωή του στην έρευνα της κατοχικής περιόδου, τον κ. Δημοσθένη Κούκουνα, η γερμανική οφειλή ανέρχεται σήμερα σε 510 δισεκατομμύρια ευρώ. Δεν μας ενδιαφέρουν τα πολιτικά του φρονήματα, ούτε καν τα γνωρίζουμε, άλλωστε η εγκυρότητά του αναγνωρίζεται από αριστερούς και δεξιούς, ακριβώς επειδή είναι αντικειμενικός. Γνωρίζουμε όμως από τα έντυπα και ηλεκτρονικά δημοσιεύματά του ότι υπάρχει συγκεκριμένη οικονομική οφειλή της Γερμανίας προς την Ελλάδα, που έχει τη μορφή διακρατικής δανειακής σύμβασης με αφετηρία το 1942. Στο νέο αποκαλυπτικό βιβλίο του, με τον τίτλο «Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια», υπάρχει πλήρης τεκμηρίωση που τον οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στο τέλος του πολέμου το ύψος του κεφαλαίου ανερχόταν σε εκατό δισεκατομμύρια σημερινά ευρώ. Και όπως υπολογίζει, με χαμηλότοκο επιτόκιο 2,5% το σημερινό χρέος της Γερμανίας υπερβαίνει τα 510 δισεκατομμύρια. Το ποσόν αυτό κάθε άλλο παρά φανταστικό είναι. Άλλωστε ένας διακεκριμένος σύγχρονος Γάλλος οικονομολόγος, ο Ζακ Ντελπλά, πριν ένα χρόνο εκτίμησε το ύψος αυτής της οφειλής σε 575 δισεκατομμύρια ευρώ, απορώντας μάλιστα πώς αποτολμούν να βάζουν θηλιά στον λαιμό του θύματος οι θύτες. Όσο δε για την αληθινή υπόσταση του χρέους αυτού, ο Κούκουνας δίνει όλο το ιστορικό και το παρασκήνιο των διαπραγματεύσεων μέσα στις πεντακόσιες και πλέον σελίδες του νέου βιβλίου του, ενώ ένας άλλος Γερμανός καθηγητής Ιστορίας της Οικονομίας στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών του Λονδίνου, ο Άλμπρεχτ Ριτσλ, δέχεται (σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Σπήγκελ» τον περασμένο Ιούνιο) ότι δεν υπάρχει απολύτως καμιά αμφιβολία για το κρατικό αυτό δάνειο. Αλλά δεν είναι μόνον ο Έλληνας ιστορικός, ο Γάλλος οικονομολόγος και ο Γερμανός καθηγητής του Λονδίνου οι μοναδικοί που μιλάνε για τη δέσμευση του γερμανικού κράτους να εξοφλήσει αυτό το χρέος. Στο παρελθόν και άλλοι ειδικοί έχουν μιλήσει ανεπιφύλακτα για το ζήτημα αυτό. Έχω μάλιστα υπόψη μου ότι ο επί Κατοχής Γερμανός πληρεξούσιος του Ράιχ στην Ελλάδα Γκύντερ Άλτενμπουργκ, κλήθηκε μεταπολεμικά, τον Ιούλιο 1964, από την τότε κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Γερμανίας να υποβάλει γνωμοδότηση στο γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών για το βάσιμο των δανείων αυτών και εκείνος, ως έχων άμεση γνώση των συμφωνιών στις οποίες είχε πρωταγωνιστική συμμετοχή, έλαβε θέση ανεπιφύλακτη υπέρ του νομίμου της ελληνικής αξιώσεως.  Τι έκαναν για το κατοχικό δάνειο  οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις;  Ποιος ο ρόλος Παπούλια, Μητσοτάκη;   Δικαίως θα αναρωτηθεί κανείς: Πώς λοιπόν, αφού η Ελλάδα είχε τόσο ξεκάθαρη απαίτηση δεν την διεκδίκησε μέχρι τώρα; Δεν βρέθηκε μέχρι σήμερα κανένας ευσυνείδητος πολιτικός να ζητήσει την εξόφληση των κατοχικών δανείων; Ε ναι, λοιπόν, αυτό ακριβώς έγινε. Το 2012 δεν πρόκειται βέβαια να αναζητηθούν ευθύνες για τη μεγάλη αμέλεια ή την εκ δόλου αδιαφορία να εισπραχθεί αυτή η ελληνική απαίτηση. Μακάρι να γινόταν μια παταγώδης πολιτική δίκη, αλλά σχεδόν όλοι τους οι υπεύθυνοι πολιτικοί έχουν φύγει από τη ζωή. Κατά σύμπτωση όμως υπάρχει εν ζωή ένας πολιτικός που συστηματικά κωλυσιέργησε και εμπόδισε τη διεκδίκηση. Σήμερα είναι 94 ετών, αλλά έχει αρκετή διαύγεια για να απολογηθεί γιατί τήρησε τέτοια αντεθνική στάση. Πρόκειται για τον κ. Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, ο οποίος σε δύο περιπτώσεις το εμπόδισε το ελληνικό κράτος να απαιτήσει από τη Γερμανία την εξόφληση των κατοχικών δανείων. Την πρώτη φορά, τον Ιούλιο 1964, όταν ήταν υπουργός Οικονομικών, και την άλλη το 1990 και έπειτα όταν ήταν πρωθυπουργός και τότε πλέον υπήρχε το απόλυτο νομικό έρεισμα με την ενοποίηση των δύο Γερμανιών. Αλλά ο κ. Μητσοτάκης δεν είναι ο μόνος επιζών πολιτικός που δεν ενήργησε. Όπως μας πληροφορεί ο κ. Κούκουνας στο νέο βιβλίο του, τον Οκτώβριο 1995, ύστερα από ένα δημοσίευμα της «Καθημερινής», στο οποίο γινόταν μνεία ότι έχει εις χείρας του ένα μέρος από το αρχείο του κατοχικού υπουργού Οικονομικών Γκοτζαμάνη, ένα στέλεχος του υπουργείου Εξωτερικών του ζήτησε να λάβει αντίγραφα των εγγράφων προκειμένου να αρχίσει η διεκδίκηση. Ποτέ δεν πήγε να τα παραλάβει, διότι προφανώς ο αρμόδιος υπουργός Εξωτερικών αποφάσισε να μην ανακινηθεί το ζήτημα. Ξέρετε ποιος ήταν υπουργός Εξωτερικών τότε; Ο κ. Κάρολος Παπούλιας, ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ας δώσουν και τα δύο αυτά πρόσωπα λόγο για τις πράξεις τους ή μάλλον για τη συγκεκριμένη παράλειψή τους και ας αιτιολογήσουν πώς και γιατί πήραν αποφάσεις που στέρησαν την Ελλάδα από ένα τέτοιο ποσόν, σημερινού ύψους άνω των πεντακοσίων δισεκατομμυρίων. Υπάρχει και ένα άλλο πρόσωπο που επιζεί. Είναι ο υπουργός του μνημονίου και της εκχώρησης της εθνικής κυριαρχίας Γιώργος Παπακωνσταντίνου, που όπως αποκαλύφθηκε η οικογένειά του απέκτησε λίγους μήνες μετά την είσοδο των Γερμανών το 1941 το εργοστάσιο ηλεκτρικής ενέργειας στην Πτολεμαΐδα. Αντί ως υπουργός Οικονομικών το 2010 να υπογράψει το παράνομο και αντισυνταγματικό «μνημόνιο» και να βάλει ολόκληρη την Ελλάδα να σκύψει το κεφάλι μπροστά στη Μέρκελ, το καθήκον του ήταν προηγουμένως να απαιτήσει με σθένος την είσπραξη των κατοχικών δανείων. Εμείς και όσοι μας υποστηρίζουν με την ψήφο τους δεν είμαστε «νενέκοι». Και θα αγωνιστούμε πάση θυσία να επιτύχουμε την είσπραξη αυτών των δανείων, που αναγκαστικά μας πήραν στην Κατοχή οι Γερμανοί. Βέβαια θα μπορούσαν τότε να τα έχουν πάρει και να μην δώσουν λογαριασμό. Αλλά εκείνοι οι Γερμανοί, ό,τι και να ήταν, όσα και να έκαναν, είχαν την ευθύτητα να αναγνωρίσουν την οφειλή τους και να δηλώσουν ότι θα τα επιστρέψουν στο τέλος του πολέμου. Έτσι είδαν το καθήκον τους και έτσι έπραξαν. Βέβαια τότε μπορεί να είχαν αυτή την άποψη πιστεύοντας ότι θα έβγαιναν νικητές και θα σέβονταν την υπογραφή τους. Τα πράγματα ήρθαν διαφορετικά όμως. Οι ίδιοι ηττήθηκαν, η χώρα τους διαμελίστηκε. Από το 1945 και έπειτα η Γερμανία, και η Δυτική και η Ανατολική, απέφυγαν συστηματικά να εκπληρώσουν το οφειλόμενο χρέος. Η πολιτική ηγεσία των δύο μεταπολεμικών Γερμανιών μέχρι και σήμερα ακόμη λειτούργησε ως ένας κοινός τοκογλύφος και παράλληλα παταξής. Από την άλλη μεριά, η πολιτική ηγεσία της Ελλάδος όλα αυτά τα χρόνια αποδείχθηκε ανίκανη να ζητήσει την εξόφληση μιας δανειακής σύμβασης. Κάθε φορά που γυρόφερναν για να τα ζητήσουν, γύριζαν με άδεια χέρια, σίγουρα όμως είχαν την εύνοια που παίρνουν οι νενέκοι από τους κατακτητές. Πρόκειται ασφαλώς περί εγκλήματος, περί γιγαντιαίου εγκλήματος. Αλλά σήμερα το ζήτημά μας δεν είναι η αναζήτηση ευθυνών και η επιβολή κυρώσεων. Είναι άλλο εκείνο που επείγει. Προέχει η άμεση εξόφληση αυτού του γερμανικού χρέους προς τη «μικρή» Ελλάδα.  Αξιοποίηση της οφειλής του κατοχικού δανείου  για οικονομική ανάπτυξη   Εμείς ζητούμε, εντελώς ρεαλιστικά, πρώτον να συγκροτηθεί μια εθνική επιτροπή εγκύρων οικονομολόγων, νομικών και ιστορικών, προσώπων κοινής αποδοχής, που θα προσδιορίσει με ακρίβεια και με αδιαμφισβήτητη τεκμηρίωση το ακριβές ποσόν της οφειλής, αυτής που ο κ. Κούκουνας αναβιβάζει σε 510 δις και ο Γάλλος οικονομολόγος κ. Ντελπλά σε 575 δις ευρώ, και δεύτερον με επείγουσες νομικές διαδικασίες να υποχρεωθεί το σημερινό γερμανικό κράτος να μας εξοφλήσει αμέσως και πλήρως. Επιπροσθέτως προτείνουμε να κληθoύν να αναλάβουν την προεδρία αυτής της επιτροπής ικανοί Έλληνες διεθνούς φήμης με ειδικευμένες νομικές γνώσεις όπως ο καθηγητής Βασίλειος Μαρκεζίνης ο οποίος ξέρει πολύ καλά το βρετανικό δίκαιο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, και ο έγκριτος καθηγητής κύριος Κασιμάτης. Απλά και ξεκάθαρα πράγματα. Και επί πλέον προτείνουμε, επειδή κατανοούμε ότι η κυρία Μέρκελ δεν θα μπορεί ακαριαία να διαθέσει τέτοιου ύψους ποσόν, να γίνει συμψηφισμός του χρέους προς την Ελλάδα με το συνολικό εξωτερικό χρέος της Ελλάδος. Να αναλάβει δηλαδή η Γερμανία την αποπληρωμή όλων των εξωτερικών δανειακών υποχρεώσεων της Ελλάδος και να ορισθεί πώς θα μας δοθεί το υπόλοιπο της οφειλής. Σύμφωνα με την εκτίμηση Κούκουνα και Ντελπλά, το απομένον ποσόν από τα κατοχικά δάνεια, αφού θα έχει μετατοπισθεί στη Γερμανία το εξωτερικό μας χρέος, είναι της τάξεως των διακοσίων δισεκατομμυρίων. Αυτό το ποσόν και με μηδενισμένο εθνικό χρέος θα είναι το κεφάλαιό μας, ανεξάρτητα από την άμεση ανακήρυξη της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και την χωρίς καθυστέρηση αξιοποίηση του υπόγειου ελληνικού πλούτου, για ένα δυναμικό μοντέλο εθνικής ανάπτυξης. Με αυτό το κεφάλαιο, έστω και αν δεν θα το έχουμε άμεσα σε ρευστό, θα αξιοποιήσουμε τις άπειρες δυνατότητες που διαθέτει η Ελλάδα με αποκλειστικά ελληνικές εταιρίες, έντιμες και εθνικά ευαίσθητες, χωρίς διαπλεκόμενους και νταβατζήδες, που θα αποκλεισθούν με σαφή νομοθετική απαγόρευση. Και θα επιτύχουμε άμεσα αποτελέσματα για όλο τον λαό και ιδίως για τους αγρότες, τους εργαζόμενους και τους μικρομεσαίους με την εθνική οικονομική ανάκαμψη, βασισμένη πάνω στη θεωρία της ταχείας διακίνησης του χρήματος. Θα οργώσουμε κυριολεκτικά την Ελλάδα για να υπάρξουν αμέσως δουλειές σε όλους τους εργαζόμενους πάνω σε τρεις βασικές στρατηγικές: α) Αξιοποίηση της γεωργικής παραγωγής με άμεσο προσανατολισμό την απαγόρευση των εισαγωγών πάσης φύσεως γεωργικών προϊόντων και με συντονισμένο μακροπρόθεσμο στόχο τη γεωργική αυτάρκεια της χώρας. β) Εναρξη εργασιών οδικού συστήματος, κυρίως για τουριστικούς προορισμούς, χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο, με σεβασμό στο περιβάλλον, και με την εργασία ελληνικού εργατικού δυναμικού, και όχι με τη ΜΟΜΑ όπως οψίμως θυμήθηκαν πολλοί της κεντροδεξιάς πολυκατοικίας. Οι στρατιώτες μας είναι για να φυλούν τα σύνορα και όχι για να φτιάχνουν δρόμους. γ) Δυναμική αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου που είναι διάχυτος σε όλη την Ελλάδα και μέχρι τώρα ήταν έρμαιο των ξένων εταιριών ή άλλων υπόπτων συμφερόντων. Μόλις μας δώσει ο ελληνικός λαός την εξουσιοδότηση να κυβερνήσουμε, με όραμα και θέληση δύναμης και ψυχής, θα ανασκουμπωθούμε ώστε να κάνουμε την Ελλάδα ένα μεγάλο εργοτάξιο, όπου θα απορροφηθεί εντελώς η ανεργία. Αυτή θα είναι η ανάπτυξη στα έργα και όχι στα λόγια, ρεαλιστικά και όχι πολιτικάντικα. Και μόλις εκλείψει η ανεργία, αυτόματα θα αναζωογονηθεί το εμπόριο, από το κάθε μικροκατάστημα της γειτονιάς μέχρι τα μεγαλύτερα στο κέντρο της πόλης. Έτσι θα ξαναλειτουργήσει σε νέες υγιείς βάσεις καθημερινού παραγωγικού κέρδους η ελληνική οικονομία και ο Έλληνας εργάτης και ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας θα ξαναδεί τον ιδρώτα του να του δίνει μια αξιοπρεπή καθημερινότητα. Αλλά για όλα αυτά, η αρχική προϋπόθεση είναι να βρεθούν Έλληνες πολιτικοί με εθνική συνείδηση και να ζητήσουν από τη Γερμανία της κυρίας Μέρκελ όσα με την υπογραφή της η Γερμανία του Χίτλερ είχε δεσμευθεί το 1942 ότι θα επέστρεφε κατά τη λήξη του πολέμου. Στα 67 χρόνια που μεσολάβησαν δυστυχώς δεν φάνηκαν τέτοιοι πολιτικοί. Εμείς έχουμε άλλες προδιαγραφές. Ό,τι λέμε το εννοούμε και σκεφτόμαστε μόνον ελληνικά. Θα τα ζητήσουμε τα κατοχικά δάνεια και θα τα πάρουμε… Για να υπάρξει στέγη, φαγητό και εργασία σε κάθε Έλληνα και κάθε Ελληνίδα – στόχος θεμελιώδης και απαράβατος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...